Η ζυγαριά που έγερνε άδικα

Σ’ ένα μεγάλο περιβόλι ζούσε μια αλεπού που είχε οριστεί φύλακας όλων των ζώων. Η δουλειά της ήταν να κρατά την τάξη, να μοιράζει δίκαια το νερό και να φροντίζει ώστε όλοι να ακολουθούν τους ίδιους κανόνες.

Μα η αλεπού δεν κρατούσε ποτέ την ίδια ζυγαριά. Όταν τα σπουργίτια κελαηδούσαν δυνατά, τα μάλωνε μπροστά σε όλους και τους στερούσε το νερό της μέρας. Όταν όμως τα παγόνια έκαναν φασαρία και ξερίζωναν ακόμη και τα λουλούδια, εκείνη γελούσε και έλεγε:  «Τι όμορφη ζωντάνια έχουν αυτά τα παιδιά!»

Τα λαγουδάκια τα έβαζε να στέκονται στον ήλιο για μια μικρή αταξία, ενώ στα ελαφάκια χάιδευε τα αυτιά ακόμη κι όταν έσπαζαν τους φράχτες του κήπου. Το ίδιο έκανε και με τα μεγαλύτερα ζώα. Στον γάιδαρο μιλούσε κοφτά και περιφρονητικά, λες και της έφταιγε που υπήρχε. Στον παπαγάλο όμως χαμογελούσε γλυκά και τον επαινούσε ακόμη κι όταν επαναλάμβανε ανοησίες όλη μέρα.

Κι όλοι απορούσαν:  «Πώς γίνεται ο ίδιος κανόνας να αλλάζει ανάλογα με το ποιος στέκεται μπροστά της;»

Μια μέρα, μια γέρικη χελώνα που παρατηρούσε σιωπηλά το περιβόλι είπε: «Η ζυγαριά που γέρνει άδικα δεν πληγώνει μόνο εκείνους που αδικούνται. Στο τέλος καταστρέφει και τον ίδιο που την κρατά.»

Η αλεπού δεν έδωσε σημασία. Μα όσο περνούσε ο καιρός, τα ζώα έπαψαν να εμπιστεύονται τη φωνή της. Άλλα φοβούνταν, άλλα αγανακτούσαν, κι άλλα την κολάκευαν για να έχουν την εύνοιά της, μόνο και μόνο για να σωθούν.

Και τότε το περιβόλι γέμισε σιωπή, όχι από τάξη, αλλά από πίκρα για την αδικία.






Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις