«Μέσα στη λάμψη μια αλήθεια που χάθηκε»

«Κυρία, εσείς στολίσατε; Όχι ακόμη; Πότε θα στολίσετε; Εμείς ναι!» 

Και πριν προλάβω να απαντήσω, τα προσωπάκια τους λάμπουν - λάμπουν πιο πολύ κι από τα πολύχρωμα λαμπάκια που τρεμοπαίζουν κάθε Δεκέμβρη. Λάμπουν όταν μιλούν για τον στολισμό, για τις διακοπές που έρχονται, για τη γιορτή που ετοιμάζεται, για τις στολές τους στο σκετς, για τα δώρα που ονειρεύονται. Είναι μια λάμψη καθαρή, σχεδόν αθώα - μια χαρά που κάθε μεγάλος θα ’θελε να ξανανιώσει, μα συχνά τη χάνει κυνηγώντας λογαριασμούς, προθεσμίες και προετοιμασίες... 

Και καθώς στέκομαι απέναντί τους, σε μια από αυτές τις ελεύθερες ώρες που μοιάζουν με μικρή ανάσα, τολμώ να κάνω την ερώτηση που είχα ξανακάνει κι άλλη χρονιά. Τότε την είχα περάσει για σύμπτωση. Φέτος, όμως, η εικόνα ήταν πιο σκληρή. 

«Τι γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;» ρωτώ. Και τρεις από τους έντεκα —σχεδόν ένας στους τρεις— με κοιτούν με βλέμμα κενό.

«Δεν ξέρω, κυρία…» 

«Νομίζω το ξέχασα…» 

«Δεν έχω ακούσει…» 

Προσπαθώ να τους οδηγήσω με τη λέξη. «Χριστού-γεννα», τους λέω. Μάταια. 

«Κάτι για τον Χριστό;» 

«Ναι! Αλλά τι; Μήπως… η Σταύρωση; Η Ανάσταση;» 

«Ε… κάτι τέτοιο, ίσως.» 

Κι εκείνη τη στιγμή, μια ολόκληρη γκάμα συναισθημάτων με πλημμυρίζει: έκπληξη, θλίψη, αγανάκτηση, απορία. Δεν ήξερα ποιο να νιώσω πρώτο. 

Η ευθύνη είναι δική μας —των γονιών, των δασκάλων, των μεγάλων που υποτίθεται πως κρατούν αναμμένη μέσα στα παιδιά τη φλόγα της μνήμης. Φτιάξαμε μια γιορτή γεμάτη φως για Εκείνον που είναι το ίδιο το Φως, κι όμως… αφήσαμε τα παιδιά στο σκοτάδι. Είναι να απορεί κανείς πώς χιλιάδες λαμπιόνια μπορούν να φωτίζουν τα πάντα εκτός από μια ταπεινή φάτνη. Προσπαθούν να μιμηθούν το άστρο της Βηθλεέμ, μα αντί να οδηγούν στην ελπίδα, ρίχνουν φως στις ανισότητες, στις αδικίες και στη ματαιότητα ενός κόσμου που αστράφτει αλλά δεν ζεσταίνει. 

Και μέσα σε όλη αυτή τη λάμψη, μιλήσαμε στα παιδιά για τάρανδους του Βορρά, όχι όμως για τα ταπεινά προβατάκια που πρόσφεραν οι βοσκοί στο Θείο Βρέφος. Για τα έλκηθρα, αλλά όχι για τις καμήλες που διέσχισαν τις ερήμους φέρνοντας τους Τρεις Μάγους κοντά Του. Τους μάθαμε —άθελά μας— την απληστία, αφήνοντάς τους να παρακαλούν για ακριβά, φευγαλέα δώρα από έναν πλαστικό, καταναλωτικό Άγιο, τον ευτραφή Santa Claus, τη μεγαλύτερη εφεύρεση marketing με στόχο τα παιδιά…

 Γεμίσαμε τις σχολικές γιορτές με χιονούλες και χιονονιφάδες και χιονάνθρωπους με χρωματιστά σκουφιά και ζεστή σοκολάτα, σαν να επρόκειτο για τη γιορτή του Χειμώνα και όχι τα Χριστούγεννα! Τραγούδια όπως το «Χιόνια στο καμπαναριό» εξοστρακίστηκαν ως αναχρονιστικά και τη θέση τους πήραν άλλα, όπως «Ο Αη- Βασίλης τη μαμά αγαπά» και το «Last Christmas I gave you my heart»! … 

Κι όμως, δεν είμαι εδώ για να πω να καταργήσουμε τα φώτα, τα στολίδια, τη μαγεία. Ποιος θα το ήθελε; Τα παιδιά τα χρειάζονται. Κι εμείς τα χρειαζόμαστε. Θυμάμαι ακόμη τις παλιές γιορτές στο δικό μου σχολείο, τότε που τα χρυσόχαρτα και τα πολύχρωμα φωτάκια μας τύφλωναν με τη λάμψη τους. Είχαν απ’ όλα - και είχαν κάτι ακόμη παραπάνω: είχαν φάτνη, είχαν αγγέλους, είχαν Παναγία και Ιωσήφ, είχαν Τρεις Μάγους, είχαν το Θείο Βρέφος. Είχαν δηλαδή αυτό που δίνει νόημα σε όλα τα υπόλοιπα: στην ανταλλαγή δώρων, στη θαλπωρή, στο μοίρασμα. 

Γι’ αυτό σας παρακαλώ, μαμάδες και μπαμπάδες, δάσκαλοι και δασκάλες: Στις λίγες εβδομάδες που απομένουν, καθίστε δίπλα στα παιδιά σας. Ανοίξτε μια πιατέλα με μελομακάρονα. Κι ύστερα αφηγηθείτε τους —όχι βιαστικά, όχι διεκπεραιωτικά— την ιστορία εκείνης της μίας, μοναδικής νύχτας, όπου γεννήθηκε η Ελπίδα που άλλαξε την ιστορία του κόσμου. 

Χαρούμενα, φωτεινά και ευλογημένα Χριστούγεννα σε όλους!



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις