Ο Μύθος του Ποταμού και της Πέτρας
Κάποτε, σ’ έναν μικρό κάμπο, κυλούσε ένας ποταμός που πότιζε τα δέντρα, τα λουλούδια και τα στάχυα. Το νερό του δεν ακολουθούσε πάντα την ίδια ροή — πότε έστριβε δεξιά για να ξεδιψάσει μια ξεχασμένη ρίζα, πότε φούσκωνε λίγο για να δροσίσει τα παιδιά των χωρικών που έπαιζαν στις όχθες του.
Όλοι τον αγαπούσαν, γιατί το νερό του έδινε ζωή και χαρά.
Μια μέρα όμως, ήρθε μια πέτρα μεγάλη και σκληρή και κάθισε στο μέσο της κοίτης.
«Δεν είναι σωστό να κυλάς όπως θέλεις!» του είπε. «Οι νόμοι της φύσης απαιτούν ευθεία πορεία, χωρίς στροφές και χωρίς στάσεις! Θα κυλάς ίσια, όπως πρέπει!»
Ο ποταμός προσπάθησε να της εξηγήσει ότι η ζωή θέλει ευλυγισία, πως τα λουλούδια διψούν και τα παιδιά χρειάζονται παιχνίδι.
Μα η πέτρα δεν άκουγε. «Οι κανόνες πάνω απ’ όλα!» φώναζε, κι έκλεισε το πέρασμα.
Σιγά σιγά, το νερό λιγόστεψε. Τα λουλούδια μαράθηκαν, τα στάχυα ξανάρχισαν να διψούν και τα παιδιά έπαψαν να πλησιάζουν.
Ο ποταμός πικράθηκε, γιατί ενώ κάποτε πότιζε τη γη, τώρα η γη ράγιζε απ’ τη δίψα.
Μόνο τότε κατάλαβε κι η πέτρα —όταν είδε τα πλάσματα να φεύγουν— πως ένας ποταμός που δεν μπορεί να κυλά, δεν είναι πια ποταμός, παρά στάσιμο νερό που σαπίζει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου